ΔΕΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑ

Άιντε μωρ’ Δεροπολίτισσα μωρ’ καημένη,
άιντε μωρ’ Δεροπολίτισσα ζη μωρ’ ζηλεμένη.

Σύ σαν πας στην εκκλησιά μωρ’ καημένη,
σύ σαν πας στην εκκλησιά ζη μωρ’ ζηλεμένη.

Άιντε με λαμπάδες με κεριά μωρ’ καημένη,
άιντε με λαμπάδες με κεριά ζη μωρ’ ζηλεμένη.

Ωρε για προσκύνα και για μας μωρ’ καημένη,
ωρε για προσκύνα και για μας ζη μωρ’ ζηλεμένη.

Άιντε και για μας τους Χριστιανους μωρ’ καημενη,
άιντε και για μας τους Χριστιανους ζη μωρ’ ζηλεμενη

Μην μας σφάξει η Τουρκιά μωρ’ καημένη,
μην μας σφάξει η Τουρκιά ζη μωρ’ ζηλεμένη.

Σαν τ’ αρνια της Πασχαλιάς μωρ’ καημένη,
σαν τ’ αρνιά της Πασχαλιάς ζη μωρ’ ζηλεμένη.

 

ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ

Κάτω στην Άγια Μαρίνα και στην Παναγιά (δις)
Δώδεκα χρονών κορίτσι άιντε πάει καλόγρια (δις)

Με σταυρούς με κομπολόγια πάει στην έκκλησια (δις)
Ούτε το σταυρό της κάνει άιντε ούτε προσκυνά (δις)

Μόν’ κοιτάει τα παληκάρια και πουλάει κρασί (δις)
Πέρασ’ ένας πέρασ’ άλλος άιντε πέρασα κι εγώ (δις)

Πόσο το ρακί κυρά μου πόσο το κρασί; (δις)
Πέντε-δέκα στους γερόντους άιντε τζάμπα στα παιδιά (δις)

 

ΜΩΡΗ ΚΟΝΤΟΥΛΑ ΛΕΜΟΝΙΑ

Μωρη κοντού- μωρη κοντούλα λεμονιά,
Με τα πολλά λεμό- λεμόνια, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, πότε μικρή μεγάλωσες;
Κι έγινες για στεφά- στεφάνι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, χαμήλωσε τους κλώνους σου,
να κόψω ένα λεμό- λεμόνι, Βησσανιώτισσα,
Σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

Για να το στύ- για να το στύψω να το πιω,
να μου διαβούν οι πό- οι πόνοι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησσα
και το γιατρό δε φώναξα.

 

ΜΑΓΙΑ ΜΟΥ ΧΕΙΣ ΚΑΜΩΜΕΝΑ

Μάγια μου’χεις καμωμένα 
και τρελαίνομαι για σένα
και τρελαίνομαι για σένα,
στο κρασί τα’χεις ριγμένα 

Μάγια μου’χει η αδερφή σου 
και τρελαίνομαι μαζί σου
και τρελαίνομαι μαζί σου,
μάγια μου’χει η αδερφή σου 

Πόσα μου’χεις καμωμένα,
στο χαρτί τα’χω γραμμένα 
στο χαρτί τα’χω γραμμένα,
πόσα μου’χεις καμωμένα

Μάγια μου’χεις κάνει μάγια 
και μου κάνεις και την άγια
και μου κάνεις και την άγια,
μάγια μου’χεις κάνει μάγια

 

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΜΑΝΟΥΛΑ

Δεν μπορώ μανούλα μ’, δεν μπορώ,
αχ συρε να φέρεις το γιατρό.

Αχ συρε να φέρεις το γιατρό,
μην πεθάνω η δόλια και χαθώ.

Αγάπησα μανα μ’ αγάπησα,
πικρά η μαύρη το μετάνιωσα.

Πικρά η μαύρη το μετάνιωσα,
αχ μανούλα μου δεν σ’ άκουσα.

Ζήλεψα μανα μ’ την ομορφιά,
τώρα είμαι άρρωστη βαριά.

Τώρα είμαι άρρωστη βαριά,
θα πεθάνω η δόλια κι είμαι νια.

Σώπα τσούπρα μ’ και μην κλαις εσύ,
θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί.

Θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί,
να σου γιάνει κόρη μ’ την πληγή.

 

ΖΑΛΙΖΟΜΑΙ

Ζαλίζομαι, ζαλίζομαι
όταν σε συλλογίζομαι
ναζιάρικο, ναζιάρικο
μικρό και σκανταλιάρικο.

Στα κατσαρά σου τα μαλλιά
λαλούν αηδόνια και πουλιά
ζαλιάρικο, ζαλιάρικο
μικρό και σκανταλιάρικο.

 

ΜΑΡΙΑ ΛΕΝ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Ορέ Μαρία λεν, Μαρία λεν την Παναγιά
Μαρία λεν κι εσέ- κι εσένα μωρ’ Μαρία μου
Μαρία λεν κι εσέ- κι εσένα κακομοίρα μου.
Πωπω πωπω ποια να ‘ναι αυτή
με το γαρίφαλο στ’ αυτί.

Ορέ Μαρία μη, Μαρία μη στολίζεσαι
μη βάζεις τα καλά- καλά σου μωρ’ Μαρία μου
μη βάζεις τα καλά- καλά σου κακομοίρα μου.
Πωπω πωπω ποια να ‘ναι αυτή
με το γαρίφαλο στ’ αυτί.

Ορέ τον άντρα που, τον άντρα που σου τάξανε
σήμερα τον παντρέ- παντρεύουν μωρ’ Μαρία μου
σήμερα τον παντρέ- παντρεύουν κακομοίρα μου.
Πωπω πωπω ποια πέρασε
και δεν μας καλημέρισε.

Κι αν δεν πιστέ- κι αν δεν πιστεύεις Μάρω μου
έβγα στο παραθύ- παραθύρι μωρ’ Μαρία μου
έβγα στο παραθύ- παραθύρι κακομοίρα μου.
Πωπω πωπω ποια να ‘ναι αυτή
με το γαρίφαλο στ’ αυτί.

Ορέ να ιδείς το ψί- να δεις το ψίκι του γαμπρού
πεζούρα και καβά- καβάλα μωρ’ Μαρία μου
πεζούρα και καβά- καβάλα κακομοίρα μου
Πωπω πωπω ποια πέρασε
και δεν μας καλημέρισε.

 

ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ

Νεραντζιά, νεραντζιά,
νεραντζιά μου ανθισμένη σ’ αγαπώ,
χρόνια σ’ αγαπώ.

Αχ βρε νεραντζιά κοντούλα και γιομάτη,
αχ εσένα ε-έβαλα στο μάτι.

Αχ βρε νεραντζιά κοκκινοφορεμένη,
Αχ εσύ με τρε-με τρέλανες καημένη.

Νεραντζιά, νεραντζιά,
βάλε με στους κλώνους και μες στον ανθό,
και μες στον ανθό.

Αχ βρε νεραντζιά λουλούδι ανθισμένο,
πως μοσχο-μοσχοβολάς καημένο.

Αχ βρε νεραντζιά εσύ θα με τρελάνεις,
με τα να-τα νάζια που μου κάνεις.

 

Ο ΝΤΑΙΚΟΣ

Σήκω καημένε ντάικο
να δεις το γιόκα σου,
που είναι μεθυσμένος
έξω απ’ τη πόρτα σου.

Αχάει αχ κι ο μαύρος τι θα γίνω
τι ‘ναι ετούτα που παθαίνω;

Ο ντάικος θέλει χορό
τα βιολιά δεν ειν’ εδώ,
ποιος θα πάει να τα φέρει
με χιλιάρικο στο χέρι.

Αχάει αχ κι ο μαύρος τι θα γίνω
τι ‘ναι ετούτα που παθαίνω;

 

Ο ΧΑΡΟΣ

Ένα βράδυ βγήκε ο Χάρος 
για να βρει βιολιά
για να βγει να τραγουδήσει
στη φτωχολογιά.

Φάτε πιέτε και γλεντάτε 
όλοι βρε παιδιά, 
όποιος πάει στον κάτω κόσμο 
δεν ξαναγυρνά. 

Ψεύτικη είναι η ζωή μας
πώς να σας στο πω
ένα πρωί και μεσημέρι
και ένα δειλινό.

Φάτε πιέτε και γλεντάτε 
όλοι βρε παιδιά, 
όποιος πάει στον κάτω κόσμο 
δεν ξαναγυρνά. 

Τα λεφτά, τα χτήματα
στον Άδη δεν περνούν
σ’ άλλον θα τ’ αφήσετε
και θα σας βλαστημούν.

Φάτε πιέτε και γλεντάτε 
όλοι βρε παιδιά, 
όποιος πάει στον κάτω κόσμο 
δεν ξαναγυρνά.

 

ΟΣΜΑΝΤΑΚΑ

Μωρέ γειά σου Οσμαντάκα, την λεβεντιά σου να ΄χα,
την λεβεντιά σου να ‘χα, γειά σου Οσμαντάκα.

Α’ι’ντε εσυ κοιμάσαι, αχ κι εγώ νυστάζω,
σε συλογιούμαι κι αναστενάζω.

Εσυ κοιμάσαι μωρε στα σεντονάκια,
κι εγώ γυρίζω στα έρημα σοκάκια.

Ξύπνα Οσμαντάκα, και φόρα τα τσαρούχια,
στρίψε τη μουστάκα, γεια σου μωρε Οσμαντακα.

 

ΣΤΕΛΛΑ ΜΩΡ ΣΤΕΛΛΑ

Στέλλα μωρ’ Στέλλα κακιά κοπέλα
δεν το ‘πραξες καλά, παράτησες 
τον άντρα σ’ μωρ’ Στέλλα πέρα στα Δολιανά.

Καρότσα στολισμένη μωρ’ Στέλλα
με τέσσερα άλογα ήρθαν για να σε πάρουν
μωρ’ Στέλλα μες στα χαράματα.

Δεν φταίω εγώ μάνα, μάνα μωρ’ μάνα,
η άπιστη καρδιά π’ αγάπησε 
με μπέσα μέσα στα Δολιανά.

Πάησαν οι πάπιες πάησαν οι χήνες
πάησαν κι οι κλωσαριές
κι η Στέλλα η χαδιάρα είναι στις ρεματιές.

 

ΣΤΗΣ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗΣ ΤΟΝ ΑΝΘΟ

Στης πικροδάφνης τον ανθό
έγειρα ν’ αποκοιμηθώ
άιντε λίγο ύπνο για να πάρω
άιντε κι είδα όνειρο μεγάλο

Παντρεύεται η αγάπη μου
για πείσμα για γινάτι μου
και της δίνουν τον εχθρό μου
για το πείσμα το δικό μου

Στο γάμο τους με προσκαλούν
και για κουμπάρο με καλούν
για να πάω να στεφανώσω
δυο κορμάκια να ενώσω

Περνώ τα στέφανα χρυσά
βάστα καημένη μου καρδιά.
Άιντε και λαμπάδες απ’ ασήμι
να υπάρχει εμπιστοσύνη.

 

ΧΟΡΕΥΕΙ Ο ΒΑΣΑΝΙΑΡΗΣ

Άιντε χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο πονεμένος
με την μπουκάλα πίνει
και είναι μεθυσμένος.

Αχ χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο μερακλής
τα πίνει ο ερωτιάρης
τα πίνει ο σεβνταλής
και είναι η αιτία τα μάτια μιας μικρής.

Ωχ, οι μερακλήδες τον κερνούν
βαράνε παλαμάκια
κι όλες οι βασανιάρισσες
τον εκοιτούν στα μάτια.

Αχ χορεύει ο βασανιάρης
χορεύει ο μερακλής
τα πίνει ο ερωτιάρης
τα πίνει ο σεβνταλής
και είναι η αιτία τα μάτια μιας μικρής.